Latest News

CETA: ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ TTIP ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΚΑΤΩΦΛΙ;

Ύστερα από το ξέσπασμα της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-2008, η Ευρωπαϊκή Ένωση σε συνεργασία με τους βορειοαμερικανικούς εταίρους της, προσπάθησε να αξιοποιήσει πλήρως τις πιθανότητες συνεργασίας και να προτάξει το κοινό συμφέρον περί δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και αύξησης της απασχόλησης.








Με πρωταρχικό στόχο τη διασφάλιση συνθηκών ελεύθερου εμπορίου που θα μεγιστοποιούσαν τα εμπορικά και οικονομικά οφέλη για τους εταίρους. Η συμφωνία που κατέληξαν οι ΗΠΑ και η ΕΕ έγινε γνωστή ως “TTIP” κι αφορά τη «διατλαντική εταιρική σχέση συναλλαγών και επενδύσεων» (Trasatlantic Trade and Investment Partnership ), ενώ σύντομα έγινε ένα από τα πιο «καυτά» πολιτικά θέματα στην Ευρώπη. Ο λόγος είναι ότι χαρακτηρίστηκε από έλλειψη διαφάνειας, ενώ διακυβεύεται το νομικό καθεστώς των κρατών-μελών, η προστασία του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος και η ευρωπαϊκή οικονομία γενικότερα, καθώς και η πρόοδος μεταξύ των εταίρων είναι άνιση. Ακόμη βασίζεται σε ένα απλουστευμένο οικονομετρικό μοντέλο, ανίκανο να προβλέψει τις επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία. Ωστόσο, θα μπορούσε να αποτελέσει ερέθισμα σε μια Ευρώπη με αυξανόμενες εθνικιστικές εξάρσεις και έντονο λαϊκισμό. (Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την συμφωνία TTIP βλέπε στην ιστοσελίδα το άρθρο του Στέφανου Πέππα με τίτλο: «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων»)


Στις  5 Ιουλίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε επισήμως στο Συμβούλιο της ΕΕ την υπογραφή και τη σύναψη της συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ ΕΕ και Καναδά, γνωστή ως “CETA” (Comprehensive Economic and Trade Agreement) ή «Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία». Οι πρώτες διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2009 και ολοκληρώθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2014. Η CETA περιλαμβάνει τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, τη βιώσιμη ανάπτυξη, τη ναυτιλία, τα τρόφιμα και βιομηχανικά προϊόντα, την πρόσβαση σε δημόσιους διαγωνισμούς και θεωρείται ως συμφωνία ορόσημο για την Ένωση, καθώς χαρακτηρίζεται ως η πιο φιλόδοξη συμφωνία που έχει τεθεί υπό διαπραγμάτευση  έως τώρα. Χάρη στη CETA οι καναδικές και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα συναγωνίζονται επί ίσοις όροις. Εντούτοις, υπάρχουν φόβοι πως η πρόσβαση μεγάλων πολυεθνικών στο ευρωπαϊκό τοπίο θα οδηγήσει στην μείωση των θέσεων εργασίας και την επίδραση των ξένων εταιρειών.

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker υπέκυψε στις πιέσεις των εθνικών κοινοβουλίων της Ένωσης για τη διατήρηση του δικαιώματος επικύρωσης  της ανωτέρω συμφωνίας («μεικτή συμφωνία») προκειμένου να άρει κάθε πιθανή αμφιβολία αναφορικά με την ευρωπαϊκή αξιοπιστία και διαφάνεια. Από την άλλη η εθνική κοινοβουλευτική έγκριση ίσως οδηγήσει στην μη εφαρμογή της συμφωνίας κι ενδεχομένως στην καταστροφή της ευρύτερης εμπορικής στρατηγικής της Ένωσης.

Ο Juncker  δήλωσε τα εξής: «Η εμπορική συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά είναι η καλύτερη και πιο προοδευτική εμπορική συμφωνία… Παρέχει νέες ευκαιρίες για τις ευρωπαϊκές εταιρείες, προάγοντας παράλληλα τα υψηλά μας πρότυπα προς όφελος των πολιτών μας. Εξέτασα τα νομικά επιχειρήματα και άκουσα προσεκτικά τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων, καθώς και τα εθνικά κοινοβούλια. Τώρα είναι η στιγμή της υλοποίησης. Διακυβεύεται η ίδια η αξιοπιστία της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής.»
Τι κινδύνους κρύβει αυτή η συμφωνία;

Η CETA έχει κατηγορηθεί για τους ίδιους λόγους με την TTIP, δηλαδή ότι περιορίζει την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας του καταναλωτή, ότι δεν προστατεύει τα τοπικά προϊόντα, ενώ οι επιχειρήσεις θα μπορούν πλέον να επηρεάζουν τη στρατηγική και τις κατευθυντήριες πολιτικές γραμμές της Ένωσης.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα για την απειλή των τοπικών προϊόντων αποτελούν η ελληνική φέτα και οι ελιές Καλαμών, προϊόντα τα οποία έχουν κατοχυρώσει την ελληνική ταυτότητα παγκοσμίως (Π.Ο.Π.) και τα οποία θα βρίσκονται οριστικά εκτός πλαισίου προστασίας της CETA. Η συμφωνία προβλέπει ότι το λευκό τυρί που παράγεται στον Καναδά και αποτελεί αντίγραφο της φέτας θα μπορέσει να διατηρήσει την ονομασία «φέτα» αρκεί να μη χρησιμοποιεί σύμβολα που παραπέμπουν στην Ελλάδα, παραπλανώντας τους καταναλωτές και προωθώντας τα καναδικά τυριά ως ελληνικά. Ας μη λησμονούμε ότι η εξαγωγή φέτας  στον Καναδά εξασφάλισε 5,4 εκατομμύρια δολάρια για την Ελλάδα για το έτος 2015. Επομένως, η διάταξη αυτή θα αποτελέσει πλήγμα για την ελληνική οικονομία.

Επιπροσθέτως, όπως προαναφέρθηκε η συμφωνία έχει χαρακτηρισθεί ως «μεικτή» (δηλαδή απαιτεί την έγκριση των εθνικών κοινοβουλίων), ωστόσο προτού τελειώσει η διαδικασία αυτή ορισμένες διατάξεις της CETA  θα εφαρμόζονται προσωρινά. Με αυτό τον τρόπο θα δημιουργηθεί ένα περίπλοκο νομικό καθεστώς, καθώς εάν η συμφωνία απορριφθεί από τα εθνικά κοινοβούλια, θα είναι δύσκολο να σταματήσει η προσωρινή εφαρμογή της.
Συμπερασματικά,  η CETA θεωρείται συμφωνία ορόσημο λόγω των ευκαιριών και των νέων δυνατοτήτων που προσφέρει στον τομέα του εμπορίου και της οικονομίας, ωστόσο θα πρέπει να προσμετρηθούν και τα αρνητικά σημεία της κι εν τέλει να αποφασιστεί εάν το ισοζύγιο γέρνει προς την εφαρμογή ή μη της συμφωνίας, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις ιδιαιτερότητες, τις επιθυμίες, τα ευρωπαϊκά ιδανικά και αξίες, αλλά και τα εθνικά συμφέροντα σε συνδυασμό με τις ανάγκες των ευρωπαίων πολιτών.

Νατάσα Ξαγοράρη
Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Όμιλος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεμάτων - ΟΔΕΘ Designed by Templateism.com Copyright © 2014

Από το Blogger.